Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ


Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ
Από το βιβλίο ΕΥΒΟΙΑ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ του Δ. ΣΕΤΤΑ
1. Γενικά
Στις 24 Ιουνίου, Γενέθλιο του Προδρόμου, στην Κύμη «γιορτάζουν» τον Κλήδονα, γι' αυτό λένε «τ' Άη Γιαννιού του Κλήδονα».

Καταμεσήμερο, ώρα δώδεκα ακριβώς, τα κορίτσια πήγαιναν σ' ένα πηγάδι. Σκέπαζαν το κεφάλι τους μ' ένα κόκκινο πανί και έσκυβαν μέσα στο πηγάδι για να ιδούν και να μαντέψουν ποιον θα πάρουν.
Αν έβλεπαν κάνα καΐκι, η φαντασία πολλά έπλαθε και πολλούς συνδυασμούς έκανε, τότε ο μέλλων σύζυγος θάταν ναυτικός. Ανάλογα με ό,τι έβλεπαν θα είχε και το επάγγελμα ο καλός τους.
Ή σπάζαν ένα αυγό και σ' ένα ποτήρι γεμάτο νερό ρίχναν μέσα το ασπράδι. Αν έβγαινε στον αφρό το ασπράδι θα παντρεύονταν την ίδια χρονιά.. Αλλιώς θαρχόταν ο γαμπρός τον άλλο χρόνο.
Ή πηγαίνανε στο πέρα πηγάδι πεντέξι κορίτσια μαζί. Παίρνανε έναν καθρέφτη στο χέρι και τον γυρίζανε προς τα μέσα, προς την επιφάνεια του νερού για να ιδούν τον καλό τους.
Επίσης στην Κύμη, συνήθιζαν κι αλλού, οι λεύτερες στέκονταν μπρος στον καθρέφτη μέσα στο σπίτι τους, ώρα δώδεκα το μεσημέρι, ολόγυμνες. Στέκονταν «τσουπλί», όπως λένε στην Κουμιώτικη γλώσσα, δηλαδή μαδαρές (γυμνές) και ολοτσούπωτες (ολόγυμνες) για να ιδούν τον καλό τους. Διηγούνταν πως μια κοπέλα είδε τ' αφεντικό της, κι ύστερα από λίγον καιρό πέθανε η κυρά της και παντρεύτηκε τ' αφεντικό της.
Παρόμοιο περιστατικό έχουμε με το έθιμο του Αγίου Θεοδώρου. Και δω άλλη κοπέλα που είδε στον ύπνο της το αφεντικό της το παντρεύτηκε, γιατί πέθανε η γυναίκα του.
Στις 24 Ιουνίου έθιμο με τον καθρέφτη έχουν και στην Κέρκυρα: οι ανύπαντρες την παραμονή τα μεσάνυχτα, ολόγυμνες, στέκονται μπροστά στον καθρέφτη και απαγγέλλουν τα στιχάκια:
Άη Γιάννη λαμπατάρη, πούχεις του Θεού τη χάρη,
έχεις το χρυσό βαγγέλιο και της εκκλησιάς θεμέλιο,
δείξε και φανέρωσε ποιόνε θα πάρω.
Την άλλη μέρα το πρωί, το όνομα που θ' ακούσουν πρώτο, θα είναι τα όνομα του μέλλοντος συζύγου.

2. Προετοιμασίες για τον Κλήδονα
Μέσα σ' ένα τσουκάλι, πήλινο δοχείο, ή και σε μικρό κιούπι έριχναν αποβραδίς τ' αμίλητο νερό. Το νερό το παίρνανε απ' τη βρύση ή απ' το ττηγάδι χωρίς να βγάλουν μιλιά, να χαιρετίσουν ή να κουβεντιάσουν. Γι αυτό και τόλεγαν αμίλητο νερό.
Η κάθε κοπέλα έριχνε μέσα στο τσουκάλι ένα αντικείμενο, ένα σημάδι, λ.χ. δαχτυλίδι, βραχιόλι, σκουλαρίκι, μενταγιόν, καρφίτσα, κουμπί, χτενάκι, αλυσιδάκι, παραμάνα κ.ά.
Το αντικείμενο αυτό λεγόταν ριζικάρι, γιατί πρόλεγε το ριζικό της κοπέλας, τη μοίρα της δηλαδή.
Επίσης μέσα στο πήλινο δοχείο έβαζαν και ομοίωμα ανδρικού γεννητικού μορίου. Πολλές φορές αυτό ήταν αγγούρι, που το έφκιαχναν το πελέκαγαν διαμορφώνοντας το και του δίναν το κανονικό, το φυσικό σχήμα. Και τα δύο στρογγυλά του μορίου έβαζαν ακόμα, εννοείται το ομοίωμα αυτών.
Το τσουκάλι το άφηναν όλη τη νύχτα έξω, να το ιδούν τ' αστέρια. Στο ξέστερο, όπως λεν’ στην Κύμη. Το σκέπαζαν μ' ένα κόκκινο πανί και πάνω ακουμπούσαν ένα μαυρομάνικο μαχαίρι για τα μάγια.
Αυτά όλα γίνονταν στις 23 Ιουνίου, δηλαδή την παραμονή.

3. Ανοίγουν τον Κλήδονα (24 Ιουνίου)Ανήμερα τ' Άη Γιαννιού, τις απογευματινές ώρες και πάντα σε σταυροδρόμι, σύμφωνα με το έθιμο γινόταν η μεγάλη σύναξη από ανύπαντρες και παντρεμένες και πολλά γυναικόπαιδα. Εκεί θα άνοιγαν τον Κλήδονα.
Μαζεύονταν γύρω-γύρω απ' το τσουκάλι και σε επίσημη πια ώρα άρχιζε η τελετή. Πρωτοστατούσε γυναίκα, που ήξερε πολλά δίστιχα του Κλήδονα ή είχε μαζί της και σχετική φυλλάδα που ήταν γραμμένα δίστιχα.
Όλες περίμεναν με περιέργεια, με αγωνία μερικές, προσδοκώντας ν' ακούσουν το στιχάκι, που θα πρόλεγε το ριζικό τους.
Πολλές φορές απάγγελναν δίστιχα κι άλλες γυναίκες, γιατί πολλές από τις παρευρισκόμενες γνώριζαν του κόσμου τα δίστιχα και τα στιχάκια. Τα δίστιχα τα απάγγελναν φωναχτά για να ακούνε όλες και όλοι, μικροί και μεγάλοι.
Η γυναίκα, που γνώριζε τα στιχάκια, που πρωτοστατούσε, η τελετάρχις να πούμε, η κορυφαία, βουτούσε το χέρι της στο τσουκάλι, έπιανε το αντικείμενο —ριζικάρι—, το κρατούσε και σε συνέχεια απάγγελνε το δίστιχο. Και μετά την απαγγελία, έβγαζε απ' το νερό το ριζικάρι, το σήκωνε ψηλά και το έδειχνε για να ιδούν όλες ποιανής ήταν το ριζικάρι και το στιχάκι. Τότες άρχιζαν τα σχόλια, τα γέλια και τα χάχανα. Γιατί πολλά στιχάκια είχαν περιπαικτικό και σατιρικό περιεχόμενο. Άλλα ταίριαζαν κι άλλα ήσαν τελείως άσχετα. Σχετική είναι και. η παροιμία που λέει: «Αυτά τα λεν στον Κλήδονα», δηλαδή δεν είναι σοβαρά.

4. Δίστιχα του Κλήδονα
Καθώς άνοιγαν τον Κλήδονα λέγαν τα παρακάτω χαρακτηριστικά δίστιχα:
Ανοίγομε τον κλήδονα με τον Θεού τη χάοη
ας είν' και καλορίζικα όποιος την πρωτοπάρει.
Ανοίγομε τον κλήδονα να βγει χαριτωμένη
να βγει καλοδεχούμενη με τ' άνθη στολισμένη.
Λιανοτράγουδα με μαντικό περιεχόμενο είναι και τα παρακάτω, που τα λέγανε στην Κύμη:
Ανοίξετε τον κλήδονα να βγ’ η χαριτωμένη,
τον χρόνον τούτον τον καιρό θε νάναι παντρεμένη.
Το κυπαρίσσι το ψηλό, το μεσιανό κλωνάρι,
το κοντογειτονόπουλο γυρεύει να σε πάρει.
Όταν στερέψ' η θάλασσα και βγούνε τα χταπόδια,
θέλεις και συ να παντρευτείς με τα στραβά σου πόδια.
Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίσ' ο κλώνος,
και θα σου φύγει το πουλί και θα σου μείν(ει) ο πόνος.
Τρέμει το ψάρι στον ψαρά, τ' αρνί στο μακελάρη,
τρέμει και η καρδούλα μου άλλος να μη σε πάρει.

Κι άλλα πολλά λιανοτράγουδα (δίστιχα και στιχάκια) με περιπαικτικό, σατιρικό και βωμολοχικό περιεχόμενο έλεγαν στην Κύμη. Βρίσκαν ευκαιρία με τον Κλήδονα να πουν τέτοια τραγουδάκια. Κι αν στη Βόρεια Εύβοια, συγκεκριμένα στην Αγία Άννα, έλεγαν τις Απόκριες και ιδιαίτερα την Καθαρο-δευτέρα αδιάντροπα τραγούδια, στην Κύμη οι γυναίκες τα συνήθιζαν τ' 'Αη Γιαννιού του Κλήδονα.
Επίσης στην Πάρο και σ' άλλα νησιά λέγαν άσεμνα στιχάκια αυτή τη μέρα.
Στην Κύμη βάζανε στο στόμα τους οι γυναίκες κι αμίλητο νερό, αλλά επειδή από τα πολλά αντικείμενα, που είχαν ρίξει, στο τσουκάλι ήταν ακάθαρτο το νερό, κατάργησαν τη συνήθεια αυτή. Δεν ξανάβαναν γουλιά στο στόμα τους.
Με περιεχόμενο, που σατιρίζει τη σωματική αναπηρία και κακοσουλούπωτη φτιαξιά, τα στραβά χείλια και μάτια κ.λπ.. είναι, τα παρακάτω δίστιχα που λέγανε στην Κύμη:
Ένα καΐκι έρχεται με φορτωμένο ρύζι,
τόνα σου μάτι είναι στραβό και τάλλο κανιαρίζει (αλλοιθωρίζει).
Έχεις δυο μάτια σαν αυγά και μύτες σαν τρουμπέτες
και πάνω στις χειλάρες σου τρίβουνε τις γαλέτες.
Μωρή αρκούδα μαλλιαρή με τα στραβά ποδάρια,
βάζεις και συ τα μούτρα σου με τ' άλλα παλικάρια;
Μικρή σαρδέλα βρωμερή, σουπιά τηγανισμένη,
ποιος σε καταδέχεται για να σε κάνει ταίρι;
Μωρή σαρδέλα βρωμερή και χαβιαρομανέστρα
την Κυριακή 'σαι έμορφη και τη Δευτέρα χέστρα.
Στο πανεθύρι κάθεσαι και πάστρεβγες σαρδέλα,
δος μου και μένα τη μισή, να μην σε πω στραβέλα.
Άντε καημένε λεκανά, καημένε μυγοχάφτη,
πέρασες 'που το φούρνο μας και ρούφηξες τη στάχτη.
Μωρή στραβή πενακωτή με τα στραβά καφιά σου,
θέλεις και συ να παντρευτείς μέσα στη γειτονιά σου.
Όταν στερέψει η θάλασσα και βγούνε τα κοχύλια,
τότες θα παντρευτείς και συ με τα στραβά σου χείλια.
Έχεις δυο μάτια σαν ελιές κ ένα λαιμό της χήνας
κ' ένα παλιοσάγωνο της παλιοπροβατίνας.
Μη μου πολυψηλώνεσαι, γιατί ψηλός δεν είσαι,
στη γειτονιά μου κάθεσαι και ξέρω ποίος είσαι.
Εγώ μ' αυτή τη γνώμη και συ μ’ αυτό το νου,
να δούμε ποιος θα πέσει μιντέτι (θύμα) τ' αλλουνού.
Εάν μ' αυτή τη γνώμη και με της μάνας σου,
γυναίκα δε θα βάλεις ποτέ στην μπάντα σου.
Λιανοτράγουδο με σεμνό και σοβαρό περιεχόμενο:
Σαν πέσει διαμαντόπετρα μες στο γιαλό δε λιώνει,
κι όποιος με λόγου σας γλεντά ποτέ δε μετανιώνει।

Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ
Από το βιβλίο ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΥΜΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ της ΚΑΛΗΣ Μ. ΚΑΛΥΒΗΣ 1938

Το βράδυ της παραμονής τ’ Αγιαννιού 24 Ιουνίου ανάπτουν φωτιές στις αυλές όλων των σπιτιών, άνωθεν των οποίων πηδούν άντρες, γυναίκες και παιδιά για να περάσουν το χρόνο τους εύρωστοι.
Με τη στάκτη δε της φωτιάς αυτής, μόλις ξυπνήσουν το πρωί επιπάσουν τα πόδια τους για να μην ιδρώνουν.
Επίσης το αυτό βράδυ συνάζονται όλα τα κορίτσια σε ένα σττήτι, και ετοιμάζουν τον κλείδωνα.
Αναθέτουν σ’ ένα κορίτσι να φέρει αμίλητο νερό, από το πλησιέστερο πηγάδι ή βρύση. Το κορίτσι αυτό πρέπει, από τη στιγμή που θα πάρει τον κουβά στα χέρια του έως να φέρει το νερό να μη μιλήσει, όσες ερωτήσεις και αν του κάνουν εκείνοι που το δοκιμάζουν. Με το αμίλητο αυτό νερό, γεμίζουν ένα κανάτι πήλινο και ρίπτουν μέσα διάφορα αντικείμενα «ριζικά». Κατόπιν σκεπάζουν τα κανάτι μ’ ένα πανί κόκκινο, το δένουν με κορδέλλα κόκκινη και στον κόμπο περνούν κλειδαριά. Το κανάτι αυτό το αφίνουν όλη τη νύχτα στο ξάστερο, ψηλά σ’ ένα μπαλκόνι, νάναι φυλαγμένο, μη τους το κλέψουν τ’ αγόρια.
Την άλλη μέρα συνάζονται όλα τα κορίτσια και αναθέτουν σ' ένα αγόρι πού νάχει τους γονηούς του, να τους βγάζει τα ριζικά από το νερό ένα - ένα με το τραγούδι του. Ξεκλειδώνοντάς τον δε, λένε τα εξής :
Ανοίγουμε τον κλείδωνα στου Αγιαννιού τη χάρη
ποιος είναι καλορίζικος για νάρτει να την πάρει.
Ανοίγουμε τον κλείδωνα να βγουν τα κλειδωμένα,
να βγουν το καλορίζικα καί καλοτυχισμένα.
Τον κλείδωνα μου έριξα στου Άγιοννιού τη χάρη,
χαράς τον πούχει ριζικό και τύχη να την πάρει,
Καρδίαν είχ’ από μπαξέ τριγύρω με τα άνθη,
κι' αφ' ότου σε ηγάπησα πλέον μου εμαράνθει.
Ο έρωτάς εις την αρχή είναι γλυκός σα γάλα,
μα σα ριζώσει στην καρδιά κάνει κλαριά μεγάλα.
Όταν βγουν όλα τ' αντικείμενα απ' το νερό, τα ξαναρίπτουν πάλι και τότε λένε αντίθετα τραγούδια, δηλαδή κατηγοριές για να γελάσουν, ως εξής:
Ανάμεσα στα φρύδια σου κάθονται δυο γαϊδάροι,
ο ένας τραβάει το σκοινί κι' ο άλλος το σαμάρι,
Μωρή στραβή πενακοτή με τα στραβά καρβέλια,
όποιος γυρίσει και σε δεί πεθαίνει πο τα γέλοια.
Μωρή στραβή κορομηλιά στον αγκρεμνό ριγμένη,
ποίος σε καταδέχεται για να σε κάμει ταίρι.
Τα δόντια σου τα νόστιμα πούχουν αναριομάδες,
και μπαινοβγαίνουν ποντικοί και παίζουν τις αμάδες
Κι' εσύ βρε στραβοκάβουρα με τα στραβά ποδάρια,
τι πας και κοκορεύεσαι με τ' άλλα παλληκάρια
Τα μάτια σου τα γουρτωτά πού τάχουν οι γαϊδάρες,
όποιος γυρίσει και τα δει τον πιάνουνε κρυάδες.

Στο τέλος σπάζουν το κανάτι, πέρνουν όλες από ένα κομμάτι και τρέχουν στις γωνιές του δρόμου να σταθούν εκεί, ως να δουν να περάσει κάποιος. Ότι όνομα φέρει αυτός, το ίδιο θα φέρει και ο μέλλον γαμβρός για το κορίτσι.
Εκτός από τον κλείδωνα, αυτήν την ημέρα, κάνουν και άλλες μαντείες, τις εξής:
Από το βράδυ έχουν σπάσει σ' ένα ποτήρι γεμάτο με νερό, ένα ασπράδι αυγό ή μολύβι χυμένο. Το πρωί δε από τα σχήματα πού θα σχηματισθούν εντός, θα προσπαθήσουν να μαντέψουν το επάγγελμα του γαμπρού δηλαδή αν δείχνει δένδρα θα είναι κτηματίας, αν δείχνει βάρκα, καΐκι, βαπόρι, θα είναι ναύτης, καπετάνιος, εφοπλιστής... Αν σχηματίσει έδρα θα είναι δάσκαλος, καθηγητής, δικαστής κ.λ.π. Αν μνήμα, αφεύκτως θα πεθάνει ή κόρη...
Προσέτι υπάρχει και η μαντεία του πηγαδιού. Το μεσημέρι ακριβώς πάνε και στέκουν πάνω από ένα πηγάδι κρατώντας έναν καθρέφτη επάνω από το κεφάλι τους Στέκονται εκεί ώρα πολύ ακίνητες, προσηλωμένες στο νερό και έτσι νομίζουν από την πολλήν προσήλωση, πώς βλέπουν να περνά εκείνος που σκέπτονται. Πολλές φορές όμως αντί γαμπρού, νομίζουν πώς βλέπουν κηδεία, τότε τρομάζουν και φεύγουν λυπημένες, πιστεύοντας πώς κάποιος δικός τους θα πεθάνει εντός του έτους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: