Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

 
 
 
(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΌ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΟΜΑΚΑ)
Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012. Εορτή της Υπαπαντής.  Καθισμένος μπροστά στο τζάκι με τις φλόγες να τρεμοπαίζουν και να αλλάζουν συνέχεια χρώματα, ευχάριστες σκέψεις και ωραίες εικόνες έρχονται στο μυαλό μου. Έχω μπροστά μου  μερικές φωτογραφίες με τους Ανδρονιάνους χιονισμένους. Φωτογραφίες που μόλις έφθασαν ζωντανά από το χωριό. Και βέβαια ο σχολιασμός δεν λείπει.  Κοίτα το Ηρώον τι ωραίο που είναι χιονισμένο, να το γήπεδο, κοίτα τον Πύργο τι ωραία που φαίνεται, βρε μέχρι τη θάλασσα έφθασε το χιόνι. Πραγματικά μοναδικές φωτογραφίες, ζωντανές φωτογραφίες που πριν λίγα χρόνια δεν μπορούσαμε να το φαντασθούμε. Εκείνες δε οι φωτογραφίες που το χιόνι κάνει αντίθεση με τα πέτρινα σπίτια του χωριού είναι ανεπανάληπτες, μοναδικές. Πότε άραγε αυτά τα μοναδικά τοπία θα τα προβάλλουμε διαφημίζοντας το χωριό μας;   
Είμαστε τυχεροί που δυο συγχωριανοί μας με τη βιντεοκάμερα και τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, μας μεταφέρουν ζωντανά τις εικόνες του χωριού. Όχι μόνο εδώ στην Αθήνα, αλλά στα πέρατα της Οικουμένης. Τους αξίζουν θερμά συγχαρητήρια.
Επισκεφθείτε τις ιστοσελίδες των συγχωριανών μας Κώστα Κατσού και Βασίλη Τσομάκα και απολαύστε όμορφες χειμωνιάτικες εικόνες από το χωριό μας και τη γύρω περιοχή.
http://andronianoi.ucoz.com/
http://koumiotis.blogspot.com/

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

ΚΥΜΗ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2012

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Ένα πολύ ξεχωριστό ημερολόγιο του 2012 κυκλοφορεί για την Κύμη. Περιέχει φωτογραφίες μιας άλλης εποχής που στους μεγαλύτερους θα θυμίσουν πολλά και οι νέοι θα γνωρίσουν πως ήταν ο τόπος τους πριν λίγα χρόνια.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΓΙΑΝΝΗ

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ

Σήμερα εορτή του Αγίου Ιωάννου και γιορτάζουν οι απανταχού Γιάννηδες. Στο μυαλό μου ήρθαν ένα σωρό παροιμίες που περιλαμβάνουν το όνομα του Γιάννη. Άλλες τον εξυμνούν. Άλλες τον υποβιβάζουν. Δεν γνωρίζω από που έχουν βγει όλες αυτές οι παροιμίες. Θα ήθελα αν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει, γιατί τόσες παροιμίες για τον Γιάννη, να μας το γράψει γιατί αξίζει πραγματικά να μάθομε πως οι Γιάννηδες έχουν τόσες πολλές παροιμίες και μάλιστα αντιφατικές.
Αναφέρω 18 παροιμίες που γνωρίζω και έχω ακούσει για τους Γιάννηδες. Πιθανόν να υπάρχουν και άλλες. Όποιος γνωρίζει άλλες παροιμίες μπορεί να μας τις στείλει να τις δημοσιεύσομε.

Γιάννη είχα, Γιάννη έχω κι αν ποτέ μου θα χηρέψω, πάλι Γιάννη θα γυρέψω.

Τι κάνεις Γιάννη; κουκιά σπέρνω.

Ακόμα δεν τον είδαμε Γιάννη τόνε βγάλαμε.

Αν είχαν οι Γιάννηδες γνώση, θα μας δάνειζαν καμπόση.

Να σε κάψω Γιάννη, να σ' αλείψω μέλι να γειάνει.

Να σε κάψω Γιάννη, να σʼ αλείψω λάδι.

Κόψε κέδρο, φτιάξε Αντώνη και από πλάτανο Θανάση, εάν πεις και για το Γιάννη, όποιο ξύλο να ʽναι κάνει.

Σπίτι που δεν έχει Γιάννη προκοπή ποτέ δεν κάνει.

Πότε ο Γιάννης δεν μπορεί , πότε ο κώλος του πονεί.

Τα καλά του Γιάννη θέμε και το Γιάννη δεν τον θέμε.

Σαράντα πεντε Γιάννηδες ενός κοκκόρου γνωση.

Γιάννης κερνάει , Γιάννης πίνει.

Τι είχες Γιάννη τι είχα πάντα.

Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη

Όχι Γιάννης ... Γιαννάκης.

Γιάννης πήγε, Γιάννης ήρθε.

Τρέξε Γιάννη γύρευε και Νικολό καρτέρει.

Άμα ακούς Μαρία - Γιάννη, βάλε ψάρια στο τηγάνι.

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ
ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΜΠΡΙΝΗΣ)

Έκλεισε σήμερα με τον εορτασμό των Θεοφανείων ο κύκλος του Δωδεκαημέρου.
Θεοφάνεια. Η εορτή της ανάμνησης της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Ιωάννη το Βαπτιστή.
Από την παραμονή άρχισε η προετοιμασία για την μεγάλη αυτή μέρα. Μεγάλη νηστεία η παραμονή των Θεοφανείων, νηστεύουμε ακόμη και το λάδι, για να προετοιμασθούμε για το μεγάλο αγιασμό. Από πολύ νωρίς οι Εκκλησίες διαβάζουν τις μεγάλες ώρες και στη συνέχεια οι ιερείς πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι για να το αγιάσουν. Ο αγιασμός μέσα σε χάλκινο δοχείο όπου ο ιερέας βουτάει την «αγιαστούρα» σε κάθε σπίτι και ραντίζει ψέλνοντας το «Εν Ιορδάνη». Οι πιστοί ρίχνουν τον οβολό τους μέσα στο χάλκινο δοχείο, σηματοδοτώντας έτσι τον αγιασμό του ίδιου του χρήματος. Η νύχτα που ακολουθεί είναι από τις πιο άγιες και καθαρές. Γι αυτό και η παράδοση μιλά για τα ουράνια που ανοίγουν τα μεσάνυχτα και όποιος προφθάσει να ζητήσει κάτι από καρδιάς το έχει. Είναι η μέρα που φεύγουν και οι καλικάντζαροι γιατί φοβούνται την αγιαστούρα του παπά.
Κατάμεστες σήμερα οι εκκλησίες, με τους πιστούς να παρακολουθούν την πρωινή πανηγυρική Θεία Λειτουργία. Κλήρος και λαός μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας βγήκαμε με πομπή στον προαύλιο χώρο για να παρακολουθήσουμε το μεγάλο Αγιασμό. Με κατάνυξη ψάλαμε όλοι μαζί το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε». Με ευλάβεια πήραμε τον αγιασμό για να βρεχτούμε
Από μικροί μάθαμε να πηγαίνουμε το σημερινό αγιασμό στο σπίτι μας, για να πιούμε πρώτα απ’ όλα εμείς, νηστικοί βέβαια, να ραντίσουμε όλα τα δωμάτια του σπιτιού, τα ζώα, τους κήπους τα χωράφια για καλή καρποφορία. Να καθαρισθούμε και να φωτισθούμε για το νέο χρόνο.
Όσοι βρέθηκαν σε παραθαλάσσια μέρη παρακολούθησαν τη ρήψη του Σταυρού στη θάλασσα, όπου βουτηχτάδες έπεσαν για να πιάσουν πρώτοι το Σταυρό για να είναι ευλογημένοι όλο το χρόνο.
Με τη σημερινή μέρα τελείωσαν και οι αργίες. Η χαλάρωση και η ξενοιασιά παραχωρούν τη θέση τους στην ένταση και στις έννοιες της καθημερινότητας.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

ΜΠΑΚΛΑΒΑΣ ΚΥΜΗΣ

ΜΠΑΚΛΑΒΑΣ ΚΥΜΗΣ

Παραμονές Χριστουγέννων και πολύς κόσμος έχει βγει στην αγορά να ψωνίσει, να θαυμάσει τις βιτρίνες। Πώς μπορεί εξάλλου να αγνοήσει την επικαιρότητα μέρες που είναι;
Οι δρόμοι στολισμένοι με λαμπάκια, Χριστουγεννιάτικα τραγούδια να αντηχούν από παντού, βιτρίνες να αστραφτοκοπούν, χιονόμπαλες, αστέρια, Άη Βασίληδες, μικροπωλητές να διαλαλούν κάθε λογής εμπόρευμα, και ο κόσμος να στριμώχνεται σε μικρά και μεγάλα μαγαζιά να ψωνίσει έστω το κάτι τι, μέρες που είναι.
Από μικρούς μας αρέσουν τα Χριστούγεννα. Βέβαια εμείς δεν είχαμε στολισμούς δένδρων και τόσα άλλα μπιχλιμπίδια. Περιμέναμε όμως αυτές τις μέρες να γευθούμε ένα καλό φαγητό, ένα καλό γλυκό. Μέχρι και σήμερα η μυρωδιά από τους μπακλαβάδες που γευόμαστε, γαργαλάει τα ρουθούνια μας.
Μέρες οι μανάδες μας προετοιμάζονταν για τη μαγική αυτή στιγμή. Το καλύτερο αλεύρι, ζάχαρες, μύγδαλα, καρύδια, μοσχοκάρυδα, γαρύφαλλα και τόσα άλλα πράγματα στοιβάζονταν στο σπίτι για να χρησιμοποιηθούν την κατάλληλη μέρα. Όταν ερχόταν αυτή η μέρα, όλη η οικογένεια ήταν στο πόδι. Ο «σοφράς» ετοιμαζόταν για να χρησιμοποιηθεί για το άνοιγμα του φύλλου, εμείς τα παιδιά γυρίζαμε το μήλο για να αλέσουμε το μύγδαλο και το καρύδι. Με πόση επιδεξιότητα και μαεστρία οι νοικοκυρές στριφογύριζαν τη σαίτα μέχρι να φέρουν το φύλλο στο επιθυμητό αποτέλεσμα που ήθελαν. Να βλέπεις μέσα από αυτό. Με πόση τέχνη το τοποθετούσαν μέσα στον «ταβά» και μετά άλλο κι άλλο κι άλλο, μέχρι να γεμίσει μέχρι πάνω. Ενδιάμεσα έριχναν και το αμύγδαλο ή καρύδι ανάλογα. Πρωινές ώρες τελείωνε όλη αυτή η ιεροτελεστία. Το αποτέλεσμα εκπληκτικό. Δυο - τρεις ταβάδες γεμάτοι μπακλαβάδες - αμυγδαλάτα και καρυδάτα – κομμένα σε σχήμα ρόμβου με το μύγδαλο ή το γαρύφαλλο από πάνω το κάθε κομμάτι, έτοιμο για ψήσιμο. Κλεφτά έπαιρναν οι νοικοκυρές έναν υπνάκο και πρωί – πρωί στο φούρνο για την προετοιμασία του ψησίματος. Ήταν μεγάλη τέχνη να φέρεις το φούρνο στο επιθυμητό αποτέλεσμα ώστε το ψήσιμο να είναι αυτό που έπρεπε. Βλέπεις η θερμοκρασία και η ώρα του ψησίματος κανονιζόταν από την εμπειρία της κάθε νοικοκυράς. Όταν τελείωνε το ψήσιμο ακολουθούσε το μέλωμα, που και αυτό εξαρτιόταν από την εμπειρία της νοικοκυράς. Τα φύλλα έπρεπε να είναι όλα ψημένα και χωρισμένα ένα – ένα και να έχουν ρουφήξει το ανάλογο σιρόπι. Ούτε σταγόνα λιγότερο ή περισσότερο.
Όλο το σπίτι μοσχομύριζε. Εμείς παιδιά περιμέναμε με ανυπομονησία να γευθούμε το υπέροχο αυτό γλύκισμα. Τα καλύτερα κομμάτια βέβαια έμπαιναν στον «τέντζερη» για τους ξένους. Μέχρι τις Αποκριές έπρεπε να μας φθάσει.
Αυτές οι εικόνες και οι μυρωδιές έρχονται τέτοιες μέρες να μου θυμίσουν τα παιδικά μου χρόνια.
Ο μπακλαβάς με τον τρόπο που παρασκευάζεται στην Κύμη είναι ιδιαίτερος, δεν παρασκευάζεται σε άλλα μέρη. Είναι ιδανικό και συνάμα εντυπωσιακό γλυκό για γιορτές και τραπέζια. Κρατάει δε καλά τα μυστικά της επιτυχίας του που αν δεν τα γνωρίζεις θα απογοητεύσεις τους καλεσμένους σου.
Σερφάροντας στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ διαπίστωσα ότι υπάρχουν κάποιες συνταγές για τον ΜΠΑΚΛΑΒΑ ΚΥΜΗΣ. Σας τις παρουσιάζω, προτρέποντάς σας όμως να ρωτήσετε καμιά νοικοκυρά που να γνωρίζει τα μυστικά του καλού μπακλαβά για σίγουρη επιτυχία.

1. ΣΥΝΤΑΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΜΑΜΑΛΑΚΗ
Για το φύλλο:

2 κιλά αλεύρι
4 ποτήρια νερό
2 φλιτζάνια του καφέ ελαιόλαδο
λίγο αλάτι
για τη γέμιση:
1 κιλό λεπτοαλεσμένο αμύγδαλο χωρίς φλούδες
1 κουταλάκι του γλυκού κανέλα
2 φρυγανιές τριμμένες
3 κουταλιές της σούπας ζάχαρη
βούτυρο γάλακτος (1/4 για τον πάτο του ταψιού, ¼ για το ράντισμα, ½ κιλό από πάνω)
για το σιρόπι:
8 νεροπότηρα νερό
2 ½ κ. ζάχαρη
φλούδα από ένα μεσαίο λεμόνι
2 κλαράκια κανέλλα
χυμό από 2 λεμόνια
Εκτέλεση:Ετοιμάζετε τη γέμιση. Στο μπολ με το ξασπρισμένο και τριμμένο αμύγδαλο, προσθέτετε τις τριμμένες φρυγανιές, 3 κουταλιές της σούπας ζάχαρη και ανακατεύετε. Αφήνετε στην άκρη.
Ετοιμάζετε τη ζύμη για τα φύλλα. Ανακατεύετε το αλεύρι με το νερό, το ελαιόλαδο και το αλάτι. Τα ζυμώνετε καλά και αφήνετε τη ζύμη να ξεκουραστεί για μια ώρα. Ανοίγετε συνολικά περίπου 60 λεπτά φύλλα διαμέτρου λίγο μεγαλύτερης από τη διάμετρο του ταψιού σας. (περίπου 36 εκατοστά να είναι το ταψί).
Λιώνετε το ¼ του βούτυρου σένα κατσαρολάκι. Με ένα πινέλο αλείφετε τον πάτο του ταψιού καλά και απλώνετε το πρώτο φύλλο. Το κόβετε γύρω γύρω και προσέχετε να πιάσει καλά τον πάτο του ταψιού. Συνολικά στον πάτο βάζετε 13 φύλλα, το ένα πάνω από το άλλο με την εξής διαδικασία: Στο 5ο φύλλο, ραντίζετε με λίγο βούτυρο, στο 6ο δε ραντίζετε, στο 7ο ραντίζετε και επαναλαμβάνετε μέχρι να φτάσετε στο 12ο φύλλο. Σε αυτό βάζετε λίγη κανέλα και βούτυρο λιωμένο. Στρώνετε το 13ο φύλλο, ραντίζετε με βούτυρο και προσθέτετε και λίγη κανέλα.
Βάζετε το 14ο φύλλο στο ταψί και από πάνω ρίχνετε ένα μπολάκι με γέμιση.
Σκεπάζετε με το 15ο φύλλο. Από το 15ο μέχρι και το 30ο φύλλο, βάζετε φύλλο και μπολάκι γέμιση, φύλλο-βούτυρο-φύλλο βούτυρο και λιγότερη γέμιση. Ανοίγετε άλλα 12 φύλλα και σκεπάζετε σταδιακά το μπακλαβά, με βούτυρο λιωμένο, εκτός από τα 2 τελευταία όπου δε βάζετε βούτυρο.
Όταν τελειώσετε, κόβετε το μπακλαβά λεπτές λωρίδες και στη συνέχεια ρόμβους, μέχρι τον πάτο. Προσθέτετε από πάνω καυτό λιωμένο και μπόλικο βούτυρο και τοποθετείτε το ταψί στο φούρνο, στους 200ο για μια ώρα και 15 λεπτά.
Όσο ψήνεται ο μπακλαβάς, ετοιμάζετε το σιρόπι το οποίο και αυτό θέλει μια ώρα να βράσει, μέχρι να κάνει χοντρές σταγόνες που πέφτουν σιγά σιγά.
Όταν ο μπακλαβάς είναι έτοιμος, σιροπιάζετε με το καυτό σιρόπι, αφήνετε μια νύχτα να το τραβήξει και το κόβετε την επόμενη μέρα.

2. ΣΥΝΤΑΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Η ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ
Για την γέμιση:

2 κ. Αμύγδαλο
1 ½ φλιτζ. Τριμμένη Φρυγανιά
1 ½ φλιτζ. Ζάχαρη
Κανέλλα

Για 100 φύλλα:
2 κ. Αλεύρι Χωριάτικο
½ κουτ. Αλάτι
50 γραμμ. Νισεστέ

Για το ζεμάτισμα:1 κ. Ελαιόλαδο
½ κ. Βούτυρο

Για το σιρόπι:
2 κ. Ζάχαρη
4 ποτ. Νερό
1 ½ ποτ. Χυμό Λεμονιού

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Τρίβουμε το αμύγδαλο. Το ρίχνουμε σε ένα μεγάλο μπολ και προσθέτουμε 1 ½ κούπα φρυγανιά και 1 ½ κούπα ζάχαρη για να γίνει το μείγμα πιο αφράτο. Ανακατεύουμε. Η γέμιση είναι έτοιμη και είναι ώρα να φτιάξουμε τη ζύμη.

Σε μια λεκανίτσα ανακατεύουμε 2 κ. αλεύρι και νερό (όσο πάρει) . Ζυμώνουμε καλά, μέχρι να έχουμε μια σφιχτή, ελαστική ζύμη. Την σκεπάζουμε με μια υγρή πετσέτα να μην ξεραθεί και την αφήνουμε δύο ώρες να ξεκουραστεί.

Ζεσταίνουμε σε ένα κατσαρολάκι βούτυρο και το αναμιγνύουμε με ελαιόλαδο. Λαδώνουμε το ταψί ρίχνοντας 4-5 βαθιές κουτάλες από το μείγμα. Πασπαλίζουμε την επιφάνεια εργασίας με νισεστέ. Έτσι τα φύλλα του μπακλαβά θα γίνουν πιο τραγανά.
Kόβουμε στο μέγεθος ενός μικρού μήλου ένα κομμάτι ζύμης. Ανοίγουμε ένα μεγάλο λεπτό φύλλο. Το βάζουμε μέσα στο ταψί με τις άκρες του να προεξέχουν. Περνάμε μια φορά τον πλάστη πάνω από το χείλος του ταψιού και κόβουμε τις άκρες του φύλλου, που προεξέχουν. Συνεχίζουμε την ίδια διαδικασία, μέχρι να βάλουμε στις άκρες του ταψιού 15 φύλλα. Λαδώνουμε τα φύλλα, ρίχνουμε λίγη γέμιση και συνεχίζουμε. Απλώνουμε φύλλο-γέμιση- φύλλο- γέμιση. Κατά διαστήματα πατάμε με τα χέρια μας τον μπακλαβά, για να καθίσουν τα φύλλα. Βάζουμε σαν καπάκι άλλα δεκαπέντε φύλλα και κόβουμε τον μπακλαβά σε ρόμβους. Έπειτα ραντίζουμε τα πρώτα φύλλα του μπακλαβά με λίγο νερό, για να μην ανασηκωθούν τα φύλλα. Ζεσταίνουμε ξανά το ελαιόλαδο και το βούτυρο που έμεινε από πριν και «θερμίζουμε» τον μπακλαβά, τον περιχύνουμε δηλαδή με το καυτό υγρό. Με το λάδι και το βούτυρο τα φύλλα «τηγανίζονται» και γίνονται πολύ τραγανά. Ψήνουμε 2 ώρες στους 170 βαθμούς Κελσίου.
Περιμένουμε να κρυώσει ο μπακλαβάς και εν τω μεταξύ φτιάχνουμε το σιρόπι.
Φτιάχνουμε το σιρόπι βράζοντας 2 κιλά ζάχαρη με 4 ποτήρια νερό. Προσθέτουμε 1 ½ χυμό λεμονιού για να μην ζαχαρώσει το σιρόπι. Περιμένουμε μέχρι να πήξει και το χρησιμοποιούμε. Όταν κρυώσει ο μπακλαβάς τον σιροπιάζουμε με το καυτό σιρόπι. Τον αφήνουμε να ρουφήξει το σιρόπι του, δύο ώρες περίπου και είναι έτοιμος!
Καλά Χριστούγεννα σε όλους, με υγεία, αγάπη και ειρήνη σ’ όλο τον κόσμο.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2012

Εύχομαι ολόψυχα ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ και ο καινούργιος χρόνος 2012 να είναι ευτυχισμένος, δημιουργικός και να φέρει υγεία και ειρήνη σ’ όλο τον κόσμο.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

(Ημερολόγιο 2012 από αυθεντικούς πίνακες ζωγραφισμένους από ομάδα ανάπηρων καλλιτεχνών με το στόμα και το πόδι)
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Λίγες μέρες έμειναν για να γιορτάσουμε τη γέννηση του Θεανθρώπου, τα Χριστούγεννα. Γιορτή ανθρώπινη,  καλοσυνάτη, γιορτή ζεστασιάς και ειρήνης, γλυκιάς νοσταλγίας, πανανθρώπινη που γιορτάζεται σε όλα τα πέρατα του κόσμου.
Γιορτή απλή, χωρίς λάμψη και περίτεχνους στολισμούς, με πολλές ετοιμασίες, μικρά έθιμα και διάφορες δοξασίες. Γιορτή μέσα στη ψυχή του καθενός που περίμενε τη Γέννηση του Χριστού, την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα με προσμονή, με ευλάβεια και ελπίδα.
Μέρες πριν ξεκινούσαν οι προετοιμασίες. Καθαριότητα σπιτιού, παρασκευή χριστόψωμου (ψωμί γιορτινό με κεντίδια) και γλυκισμάτων (μελομακάρονα, κουραμπιέδες, μπακλαβάς). Την παραμονή γινόταν η σφαγή του γουρουνιού. Όλες οι οικογένειες από το Καλοκαίρι φρόντιζαν να έχουν το χοιρινό τους, δίνοντάς του καλαμπόκι, πίτουρα και ότι άλλο περίσσευε στο σπίτι. Η σφαγή του γουρουνιού ήταν μια γιορτή και ο χασάπης έπρεπε να γνωρίζει καλά τη δουλειά. Στη συνέχεια, με ιδιαίτερη επιμέλεια καταπιάνονταν όλοι με το γέμισμα των λουκάνικων, την παρασκευή του «πασπαλά», της «πηχτής», το γέμισμα της «ματίας».
Από το γουρούνι τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Τίποτα δεν πετούσαν. Η οικογένεια θα είχα κρέας μέχρι τις Απόκριες. Εμείς τα παιδιά περιμέναμε να πάρουμε τη «φούσκα» να τη φουσκώσουμε και να παίξουμε μπάλα και άλλα παιγνίδια.
Οι νοικοκυρές ζύμωναν τα Χριστόψωμα, ψωμιά γιορτινά με κεντίδια.
Η λέξη ρεβεγιόν δεν υπήρχε. Άλλωστε η παραμονή των Χριστουγέννων ήταν η τελευταία ημέρα της νηστείας του σαρανταήμερου που είχε ξεκινήσει από τις 14 Νοέμβρη (Αγίου Φιλίππου). «Αρταίνονταν», δηλαδή έτρωγαν κρέας, ανήμερα τα Χριστούγεννα. Στα καφενεία οι άνδρες καταπιάνονταν με το χαρτί με αποτέλεσμα πολλοί να χάνουν πολλά χρήματα.
Η τηλεόραση δεν είχε μπει ακόμη στα σπίτια μας για να βλέπουμε τις «δήθεν» φαντασμαγορικές φιέστες που μας κάνουν να ξεχνάμε το πραγματικό νόημα των ημερών. Καθισμένοι γύρω από το τζάκι ακούγαμε τις ιστορίες των μεγαλυτέρων και σιγοτραγουδούσαμε τραγούδια που με την πάροδο του χρόνου τα ξεχάσαμε χωρίς να τα μεταδώσουμε στα παιδιά μας:
Στη γωνιά μας κόκκινο τ' αναμμένο τζάκι.
Τούφες χιόνια πέφτουνε στο παραθυράκι.
Όλο απόψε ξάγρυπνο μένει το χωριό
και χτυπά Χριστούγεννα το καμπαναριό.

Έλα εσύ που Αρχάγγελοι σε υμνούν απόψε.
Πάρε από την πίττα μας που ευωδειά και κόψε.
Έλα κι η γωνίτσα μας καρτερεί να 'ρθείς,
σού 'στρωσα Χριστούλη μου για να κοιμηθείς.

Πιτσιρικάδες ανεβοκατεβαίναμε, παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, τα καλντερίμια του χωριού τραγουδώντας τα κάλαντα για να εισπράξουμε μία δραχμούλα, ένα γλύκισμα που πρόθυμα μας «φίλευαν» οι νοικοκυρές.
Στ’  αυτιά μας ακόμα αντηχούν οι φωνές μας, άλλες καλές και άλλες λίγο παράφωνες, τραγουδώντας την παραμονή των Χριστουγέννων:
«Χριστούγεννα Πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου,
για βγείτε δείτε μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται,
γεννιέται κι ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα.
Το μέλι τρων΄ οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες
και στο μελισοπόταμο αλούζονται οι κυράδες.
Κυρά ψιλή κυρά λιγνή κυρά καμπανοφρύδα
σαν αλουσθείς και χτενισθείς και πας στην εκκλησία
θα δεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστέρι».
Και οι μικρότεροι:
Κου-κου-κου καν΄ ο κόκορας κα-κα-κα καν΄ η κότα,
δωσ΄ μου την πενταρούλα μου να φύγ΄ από την πόρτα.
Το βράδυ της παραμονής, πηγαίναμε νωρίς για ύπνο, έπρεπε χα ξυπνήσουμε πριν το χάραμα για να παρακολουθήσουμε την πανηγυρική Θεία λειτουργία των Χριστουγέννων. Κανείς δεν έλειπε από την εκκλησία. Με το σχόλασμα, αντάλλασαν ευχές για τα «χρόνια πολλά».
Μέρα γιορτινή η μέρα των Χριστουγέννων, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν με μεγάλη επιμέλεια το γιορτινό τραπέζι, έπρεπε να βρεθεί όλοι η οικογένεια, να γευθεί τις αρτίσιμες λιχουδιές, μετά από σαράντα μέρες νηστεία.
Αφού περνούσαν τα Χριστούγεννα περιμέναμε με λαχτάρα τη Πρωτοχρονιά. Πάλι τα κάλαντα, πάλι οι μπουναμάδες και το γιορτινό τραπέζι.
Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς έφτιαχναν τη βασιλόπιτα που την έκοβε τη μέρα της Πρωτοχρονιάς, ο πατέρας. Αφού την σταύρωνε, την έκοβε δίνοντας τα πρώτα κομμάτια του Χριστού, του Σπιτιού και συνέχιζε με τα κομμάτια των μελών της οικογένειας από τον μεγαλύτερο στον μικρότερο. Μεγάλες χαρές έκανε όποιος έβρισκε το νόμισμα, «το φλουρί», θα ήταν η τυχερή του χρονιά.
Άη Βασίλη δεν περιμέναμε, πρωτοχρονιάτικα ρεβεγιόν δεν γινόντουσαν, μόνο η φιγούρα της μητέρας μας ξυπνούσε, που μέσα στα μεσάνυχτα, ράντιζε με ένα κλαδί ελιάς όλο το σπίτι με το αμίλητο νερό, που μόλις είχε τραβήξει από το πηγάδι και στη συνέχεια με το βαρύ κλειδί του κατωγιού, μας κτυπούσε στο μέτωπο σιγομουρμουρίζοντας «σιδεροκέφαλος».
Το Δωδεκάημερο τέλειωνε στις 5 Γενάρη, με νηστεία και τον μικρό Αγιασμό. Οι νοικοκυρές από πολύ νωρίς περίμεναν τον παπά με την αγιαστούρα να τους ράνει με το κλαδί του βασιλικού για να έχουν τη βοήθεια του Θεού. Με την παρουσία  του αγιασμού, οι Καλικάτζαροι γύριζαν στα έγκατα της γης για να αναλάβουν ξανά το πριόνισμα του κορμού της, αφού κατά την απουσία τους έθρεψε και επανήλθε στη προηγούμενη κατάσταση.
Χριστούγεννα. Γιορτή που έρχονται στο μυαλό μας τα λόγια του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη ο οποίος οραματίζεται τη Γέννηση του Θεανθρώπου απλά, καθημερινά, με τη φύση και τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους να συμμετέχουν σ’  αυτή.
«Στην άγια Νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη λυγούν τα πόδια
Και προσκυνούν γονατιστά τη φάτνη τους τ’ άδολα βόδια.
Κι’ ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα σταυροκοπιέται
Και λέει με πίστη απ’  της ψυχής τ’  απόβαθα «Χριστός γεννιέται»

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

 
 
 
 
 
 
 
 
 

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

Μια εξαιρετική έκθεση παρουσιάζεται μέχρι της 4 Δεκεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη. Πρόκειται για την έκθεση συλλογής έργων τέχνης  της ΑΓΕΤ Ηρακλής, στην οποία παρουσιάζονται 82 έργα πενήντα δύο καλλιτεχνών. Συνολικά η συλλογή περιλαμβάνει 1.472 έργα εξήντα ζωγράφων τα οποία δημιουργήθηκαν για τα ημερολόγια της ΑΓΕΤ Ηρακλής από το 1956 έως και το 2009. Μερικοί από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους, που φιλοτέχνησαν  τα ημερολόγια είναι: ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Γιάννης Μόραλης, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Σπύρος Βασιλείου, ο Δημήτρης Γαλάνης, ο Γιάννης Σπυρόπουλος, ο Παναγιώτης Τέτσης, ο Αλέκος Λεβίδης, ο Γιώργης Βαρλάμος, ο Δημήτρης Μυταράς, ο Αλέκος Φασιανός και άλλοι.
Ο παλαιότερος των καλλιτεχνών, έργα του οποίου περιλαμβάνονται στη συλλογή, είναι ο Δημήτρης Γαλάνης (1882-1966). Οι υδατογραφίες του με θέματα από τον ζωδιακό κύκλο εμπεριέχονται στο ημερολόγιο του 1981. Γενικότερα, από τις σειρές με έργα σπουδαίων ζωγράφων αναφέρουμε ενδεικτικά τα τοπία της Βόρειας Ελλάδας (1959) του Σπύρου Βασιλείου, τα τοπία της Πελοποννήσου (1971) του Ανδρέα Βουρλούμη, τα γνωστά αγριολούλουδα (1980) του Γιώργη Βαρλάμου.
Στην έκθεση παρουσιάζονται έργα από όλα τα ημερολόγια, με χρονολογική σειρά, ώστε να επισημανθούν ο πλούτος και η ευρύτητα της συλλογής. Πρόκειται για την πρώτη παρουσίαση έργων της ΑΓΕΤ στο Μουσείο Μπενάκη. Τα επόμενα χρόνια θα ακολουθήσουν κι άλλες θεματικές εκθέσεις, ώστε να έρθουν στο φως κι άλλες σημαντικές πτυχές της πολύτιμης συλλογής.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

ΦΙΛΟΓΕΛΩΣ

ΦΙΛΟΓΕΛΩΣ.
Είναι μια συλλογή με 265 ανέκδοτα – αστείες ιστορίες περισσότερο -  που έχουν διασωθεί από την αρχαιότητα. Αποδίδονται στον Ιεροκλή και τον Φιλάγριο τον Γραμματικό.  Σκωπτικά τα περισσότερα, θυμίζουν περισσότερο τα ποντιακά σήμερα. Ανάμεσά τους υπάρχουν και μερικά που αναφέρονται στους Κυμαίους. Βέβαια αφορούν την Αιολική Κύμη της Μικράς Ασίας. Παραθέτω τα ανέκδοτα αυτά τόσο στην αρχική τους διάλεκτο, όσο και σε μετάφραση. Η γραφή και ο τονισμός προπάθησα να είναι όσο το δυνατόν όπως στο κείμενο του βιβλίου, όσο βέβαια το επιτρέπουν τα μονοτονικά σημερινά συστήματα των υπολογιστών.

1. Εν Κύμη επισήμου τινός κηδευομένου προσελθών τις ηρώτα τους όψικεύοντας• Τις ό τεθνηκώς;  εις δε Κυμαίος στραφείς υπεδείκνυε λέγων  Εκείνος ο επί της κλίνης ανακείμενος.
1. Στην Κύμη γινόταν η κηδεία κάποιου επισήμου. Πλησίασε τότε κάποιος και ρωτούσε τους παρευρισκόμενους: «Ποιος πέθανε;» Ένας Κυμαίος στράφηκε τότε προς το μέρος του και του είπε δείχνοντας του με το χέρι: «Εκείνος που κείτεται πάνω στο νεκροκρέβατο».

2. Κυμαίω ίππον πιπράσκοντι προσελθών τις ήρώτα, εί πρωτοδόλος ό ίππος, τον δε είπόντος, ότι δευτεροβολεί• έφη• Πώς οίδας; ο δε είπεν "Οτι άπαξ εμέ κάτω έβαλε και άπαξ τον πατέρα μου.
2.  Κάποιος ρώτησε έναν Κυμαίω  που ήθελε να πουλήσει ένα άλογο αν αυτό ήταν πρωτοβόλο [αν είχε αλλάξει τα πρώτα του δόντια]. Κι όταν αυτό απάντησε ότι ήταν δευτεροβόλο, ο άλλος τον ρώτησε: «Πώς το ξέρεις;» Και ο σχολαστικός απάντησε: «Επειδή μας έριξε κάτω, μια φορά εμένα και μια τον πατέρα μου».

3. Κυμαίος οικίαν πωλών λίθον εξ αυτής εκδαλών εις δείγμα περιέφερεν.
3. Ένας Κυμαίος που ήθελε να πουλήσει το σπίτι του γύριζε και έδειχνε μια πέτρα απ’  αυτό.

4. Κυμαίος ίππον πιπράσκων ήρωτήθη, μή δειλός είη.  ό δέ άπεκρίνατο•  Ού μα την σωτηρίαν μου  εν τή φάτνη γαρ μόνος είστήκει.
4. Ένας Κυμαίος που ήθελε να πουλήσει το άλογό του, τον ρώτησαν μήπως αυτό είναι φοβιτσιάρικο. Και εκείνος απάντησε: «Όχι στ’  ορκίζομαι στη ζωή του πατέρα μου. Στο στάβλο μόνο του έμενε».

5. Κυμαίος κλεψιμαία ιμάτια άγοράσας δια το μή γνωρισθήναι έπίσσωσεν αυτά.
5. ‘Ενας Κυμαίος αγόρασε κλεμμένα ρούχα και για να μην τ’  αναγνωρίσουν τα άλειψε με πίσσα.

6. Κυμαίος άλωνα μεγάλην ποιήοας έστησεν άντικρυς τήν γυναίκα αυτού και ήρώτα, ει βλέπει αυτόν, τής δέ ειπούσης, ότι μόλις αυτόν βλέπει, έφη εκείνος.  'Αλλ' έγώ εις καιρόν τηλικαύτην ποιήσω άλωνα, ίνα μήτε έγώ σέ μήτε σύ έμέ ίδης.
6. Ένας Κυμαίος έφτιαξε ένα μεγάλο αλώνι. Έβαλε μετά απέναντι τη γυναίκα του και τη ρώτησε αν τον βλέπει Αυτή απάντησε ότι μόλις που τον βλέπει και τότε εκείνος είπε: «Τότε εγώ, μόλις μπορέσω, θα φτιάξω ένα αλώνι τόσο μεγάλο που δεν θα μπορούμε να δούμε ο ένας τον άλλον».

7. Κυμαίος επιζητών φίλον έκάλει αυτόν προ τής οικίας όνομαστί. έτερου δέ είπόντος.  Ύψηλότερον φώνησον, ίνα άκούση - άφείς τό όνομα, ό ήδει, έβόα,  Υψηλότερε.
7. Ένας Κυμαίος που έψαχνε έναν φίλο του πήγε μπροστά απ' το σπίτι του και τον φώναζε με τ' όνομα του. Κάποιος άλλος που τον άκουσε του είπε: «Φώναξε δυνατότερα για να σ' ακούσει». Κι αυτός σταμάτησε να λέει το όνομα και φώναξε: «Δυνατότερα».

8. Κυμαίος δανειστού οικία έπιβουλεύων και θέλων τα μείζονα δάνεια κλέψαι τά βαρύτερα χαρτία έπελέγετο.
8. Ένας Κυμαίος μπήκε στο σπίτι κάποιου δανειστή και θέλοντας να κλέψει τα μεγαλύτερα χρεόγραφα έπαιρνε τα πιο βαριά χαρτιά.

9. Κυμαίων την πόλιν τειχιζόντων εις τών πολιτών Λολλιανός καλούμενος δύο κορτίνας ιδίοις έτείχισεν άναλώμασι. πολεμίων δέ έπιστάντων όργισθέντες oι Κυμαϊοι συνεφώνησαν, ίνα τό Λολλιανοϋ τείχος μηδεις φυλάξη άλλ' εκείνος μόνος.
9. Όταν οι Κυμαίοι έχτιζαν τείχος γύρω απ' την πόλη τους, ένας απ' αυτούς, με τ' όνομα Λολλιανός, έχτισε δύο οχυρώματα με δικά του έξοδα. Ενοχλημένοι απ' αυτό, οι Κυμαίοι συμφώνησαν, ενώ κάποιοι εχθροί ήταν έτοιμοι να τους επιτεθούν, να μη φυλάξει κανένας το τείχος του Λολλιανού παρά μόνον εκείνος.

10. Κυμαίοι προσδοκώντες εξ αποδημίας φίλον αυτών άξιότιμον και βουλόμενοι αυτόν εν τω βαλανείω δια καθαρού ύδατος τιμήσαι, μίαν έχοντες κολυμβήθραν, ταύτην ύδατος θερμού καθαρού πλήσαντες εν μέσω αυτής κάγκελλον τρητόν έβαλον, όπως τό ήμισυ του ύδατος καθαρόν τω προσδοκωμένω τηρήται φίλω.
10. Οι Κυμαίοι περίμεναν με ανυπομονησία έναν διακεκριμένο φίλο τους: Ήθελαν να τον τιμήσουν προσφέροντας του ένα μπάνιο με καθαρό νερό στο λουτρό. Είχαν  όμως μόνο μία στέρνα. Τη γέμισαν λοιπόν με καθαρό νερό και έβαλαν στη μέση της ένα κιγκλίδωμα για να διατηρηθεί το μισό νερό καθαρό για το φίλο που περίμεναν.

11. Κυμαίος έν τω κολυμβάν βροχής γενομένης δια τό μη βραχήναι εις τό βάθος κατέδυ.
11. Ενώ κολυμπούσε ένας Κυμαίος, άρχισε να βρέχει, και για να μη βραχεί έκανε μακροβούτι.

12. Κυμαίος θυρίδας αγοράζων ήρώτα, εί δύνανται προς μεσημβρίαν βλέπειν.
12. Ένας Κυμαίος πήγε ν' αγοράσει παράθυρα και ρωτούσε αν μπορούσαν να βλέπουν προς το Νότο.

13. Κυμαίος όνω επικαθήμενος παρά κήπον ώδευεν. ίδών ουν κλάδον συκής υπερέχοντα σύκων ωρίμων πεπληρωμένον έπελάβετο τού κλάδου, του δέ όνου ύπεκδραμόντος άπεκρεμάσθη, και του κηπουρού έρωτήσαντος, τί εκεί ποιεί κρεμάμενος, έλεγεν.  Έκ του όνου έπεσα.
13. Ένας Κυμαίος πάνω σ' ένα γάιδαρο προχωρούσε δίπλα σ' έναν κήπο. Κάποια στιγμή είδε ένα κλαδί γεμάτο με ώριμα σύκα. Έδωσε λοιπόν μια και πιάστηκε από κει. Το γαϊδούρι όμως προχώρησε κι αυτός έμεινε να κρέμεται απ' το κλαδί. Όταν ο κηπουρός τον ρώτησε τι κάνει εκεί κρεμασμένος, του είπε: «Έπεσα απ' το γάιδαρο».

14. Κυμαίος ίδών πρόβατον συμπεποδιαμένον και ούτω κειρόμενον είπεν.  Ευχαριστώ τω κουρεί μου, ότι ουδέποτε με δήσας έκειρεν.
14. Ένας Κυμαίος, μόλις είδε ένα πρόβατο να το έχουν δέσει για να το κουρέψουν, είπε: «Ευχαριστώ τον κουρέα μου γιατί ποτέ δεν μ' έδεσε για να με κουρέψει».

15. Κυμαίος του πατρός αύτού  άποδημήσαντος  εις βαρύ έγκλημα πεσών θανάτω  κατεδικάσθη. άπιών δέ παρεκάλει πάντας, ίνα ό πατήρ μή γνώ, έπεί μέλλει αυτώ θανάσιμους πληγάς έπιφέρειν.
15. Ένας Κυμαίος, ενώ έλειπε ο πατέρας του στα ξένα, έκανε ένα σοβαρό έγκλημα και καταδικάστηκε σε θάνατο. Βγαίνοντας απ' το δικαστήριο παρακαλούσε τους πάντες να μην το μάθει ο πατέρας του, γιατί θα τον χτυπούσε μέχρι θανάτου άμα γύριζε.

16. Ό αυτός, τινός αυτώ απόντος ότι Έσύλησάς με — Μη υποστρέψω, έφη ένθεν άπειμι, εί έσύλησα.
16. Ο ίδιος, όταν κάποιος τον κατηγόρησε ότι τον είχε κλέψει, πήρε όρκο: «Να μην επιστρέψω από κει όπου θα καταφύγω, αν σε έχω κλέψει».

17. Κυμαίον τις έπύθετο, που μένει Δρακοντίδης ό ρήτωρ. ό δε.  Μόνος ειμί, είπεν ει δε θέλεις, τήρει τό έργαστήριον, κάγώ άπελθών δείξω σοι.
17. Κάποιος ρώτησε έναν Κυμαίο πού μένει ο ρήτορας Δρακοντίδης. Κι ο Κυμαίος αποκρίθηκε: «Μόνος είμαι. Αν θέλεις όμως, πρόσεχε το εργαστήριο κι εγώ θα βγω να σου δείξω πού μένει».

18. Κυμαίος  έπ'  Αλεξάνδρεια τον πατρός αύτού αποθανόντος τό σώμα τοις ταριχευταίς δέδωκε. μετά δέ χρόνον έζήτει αυτό άπολαβείν. τον δέ έχοντος και άλλα σώματα και έρωτώντος, τί σημεϊον έχει ή του πατρός αυτού θήκη, άπεκρίθη.  Έβησσεν.
18. Ενός Κυμαίου ο πατέρας είχε πεθάνει στην Αλεξάνδρεια. Αυτός τότε έδωσε τη σορό του στους ταριχευτές. Μετά από καιρό ζήτησε να πάρει το ταριχευμένο σώμα. Ο ταριχευτής όμως, που είχε κι άλλα ταριχευμένα σώματα, τον ρώτησε τι σημάδι είχε το λείψανο του πατέρα του. Κι αυτός απάντησε: «Έβηχε».

19. Κυμαίος πύκτην ίδών πολλά τραύματα έχοντα ήρώτα, πόθεν έχει ταύτα. του δέ είπόντος Εκ του μύρμηκος - έφη•  Διά τί γάρ χαμαί  κοιμά;
19. Ένας Κυμαίος είδε έναν πυγμάχο γεμάτο ουλές και τον ρώτησε από πού τα είχε πάθει όλα αυτά. Αυτός απάντησε: «Απ' το μυρμήγκι». Κι ο Κυμαίος είπε: «Γιατί τέλος πάντων κοιμάσαι στο πάτωμα;»

20. Κυμαίος μέλι έπίπρασκεν. έλθόντος δέ τίνος και γευσαμένον και είπόντος, ότι πάνυ καλόν, έφη• Εί μή γάρ μύς ένέπεσεν εις αυτό, ουκ αν έπώλουν.
20. Ένας Κυμαίος πουλούσε μέλι. Κάποιος ήρθε, το δοκίμασε και είπε ότι είναι πολύ καλό. Ο Κυμαίος τότε είπε: «Πράγματι, εάν δεν έπεφτε ένα ποντίκι μέσα σ' αυτό, δεν θα το πουλούσα».

21. Κυμαίον νοσοϋντα άπήλπισεν ιατρός, ό δέ ύγιάνας περιέκαμπτε τον  Ίατρόν.  ερωτηθείς ούν την αίτίαν άπεκρίνατο. Είπόντος σου, ότι αποθνήσκω, αίσχύνομαι ζήσας.
21. Ένας Κυμαίος ήταν βαριά άρρωστος και ο γιατρός του δεν του έδινε καμία ελπίδα. Ο Κυμαίος όμως έγινε καλά και απέφευγε τον γιατρό. Όταν ο γιατρός ζήτησε να μάθει το λόγο, ο Κυμαίος απάντησε: «Ντρέπομαι γιατί ζω, ενώ εσύ μου είπες ότι θα πεθάνω».

22. Κυμαίος ιατρός άρρωστον τριταΐζοντα εις ήμιτριταίον περιστήσας τό ήμισυ τον μισθού άπήτει.
22. Ένας Κυμαίος γιατρός είχε έναν άρρωστο που έπασχε από τριταίο πυρετό. Όταν κατάφερε να τον κάνει ημιτριταίο, ζήτησε τη μισή αμοιβή του.

23. Κυμαίω ίατρώ  σχολαστικός προσελθών είπε.  Σοφιστά, όταν έκ του ύπνου άναστώ, έπί ήμιώριον  μετά τό ήμιώριον διύπνισον.
23. Ένας Κυμαίος πήγε στο γιατρό και είπε. Γιατρέ όταν σηκώνομαι από τον ύπνο, για μισή ώρα έχω σκοτοδίνες και μετά πάλι αισθάνομαι καλά. Και ο γιατρός του είπε: να περιμένεις μισή ώρα και μετά να σηκώνεσαι.

24. Κυμαίος ιατρός άπεγνωσμένον άρρωστον ένημάτισεν, έκέλευσε δε τά έκκεχωρημένα  ίδείν. τον δε δείξαντος και ειπόντος, ότι άπέθανεν, ό ιατρός μεθ'  όρκον άπεκρίνατο.  Ούτος ει μή έκλύσθη, έλάκησεν άν.
24. Ένας Κυμαίος γιατρός έδωσε σ' έναν ξεγραμμένο ασθενή του ένα κλύσμα θέλοντας να δει τι θα ' βγάζε. Όταν κάποιος του τα 'δειξε και του είπε ότι ο ασθενής πέθανε, ο γιατρός απάντησε παίρνοντας όρκο: «Με κλύσμα ή χωρίς κλύσμα θα έσκαζε».

25. Κυμαίος ιατρός τέμνων τινά δεινώς άλγούντα και βοώντα άμβλυτέραν σμίλην μετέλαβεν.
25. Ένας Κυμαίος γιατρός χειρουργούσε κάποιον κι αυτός πονούσε πολύ και φώναζε. Έτσι ο γιατρός πήρε ένα άλλο νυστέρι, λιγότερο κοφτερό.

26. Κυμαίοι δύο ίσχάδων κεράμια δύο έπρίαντο. τούτων δε ό έτερος τον έτερον λανθάνων ούκ έκ τον ίδιον, αλλ' έκ τον έτερον κατήσθιεν. ώς δέ τοις αλλήλων κατεχρήσαντο, έκαστος έπί τό ίδιον έπιστρέψας ευρεν αυτό κενόν, αλλήλων ουν έπιλαβόμενοι ήγοντο έπί τον άρχοντα, διαγνούς δέ ό άρχων έκέλευσε τά κενωμένα άλλάξαι και τάς τιμάς άλλήλοις άποδούναι.
26. Δύο Κυμαίοι αγόρασαν από ένα πανέρι ξερά σύκα Κι ο ένας έτρωγε κρυφά απ' το πανέρι του άλλου και όχι απ' το δικό του. Μόλις τελείωσαν ο ένας τα σύκα τον άλλου, κοίταξαν τα πανέρια τους και τα βρήκαν άδεια Έτσι προσέφυγαν στον δικαστή αλληλοκατηρούμενοι. Κι εκείνος διέταξε να ανταλλάξουν τα άδεια πανέρια κι ο καθένας να δώσει στον άλλο τα λεφτά που είχε πληρώσει.

27.  Έν Κύμη δημαγωγός έν εκκλησία κατηγορηθείς. "Ανδρες,  έφη, πολίται, εί μέν κατεψευσμένοι μου τάς διαβολάς είσιν ούτοι, γένοιτο αύτοίς παρ' υμών καταγνωσθήναι. εί δέ τι έγώ τούτων πεποίηκα, πάντων υμών καθήμενων έμοί  μόνω το θέατρον έπιπέσοι.
27. Στην Κύμη ένας δημαγωγός κατηγορήθηκε μπροστά στην Εκκλησία του Δήμου. «Συμπολίτες», είπε, «εάν αποδειχτεί ότι οι κατήγοροι μου λένε ψέματα, θέλω να τους απαγγείλετε κατηγορία. Αν όμως αποδειχτεί ότι εγώ έχω κάνει κάτι απ' αυτά για τα οποία με κατηγορούν. τότε όλοι εσείς να μείνετε καθισμένοι στη θέση σας και το θέατρο να πέσει μόνο επάνω μου».

28. Κυμαίος άρχων τοιαύτα κηρύγματα έκήρυξεν:  Οί έφοροι μετά την θυσίαν παραχρήμα τάς εαυτών βύρσας άναφερέτωσαν προς τον ιερέα. Οί δέ βουλευταί, έλθετε εις το βουλευτήριον και μή βουλεύεσθε. Οί δέ μάγειροι τά ίδια όστέα υπέρ το τείχος βαλλέτωσαν. Οί δέ σκυτεϊς μικρούς καλάποδας μή έχέτωσαν.
28. Ένας Κυμαίος δήμαρχος διακήρυξε κάποτε: «Ο έφοροι αμέσως μετά τη θυσία ας προσφέρουν τα δικά τους δέρματα στον ιερέα. Οι βουλευτές ας έρθουν στο βουλευτήριο και ας μη διαβουλευτούν. Οι μάγειρες ας πετάξουν τα δικά τους κόκαλα πάνω απ' το τείχος. Κι οι τσαγκάρηδες ας μην έχουν μικρά καλαπόδια».

29. Κυμαίοι εις ψηφοφορίαν άπαντήσαντες και γνόντες πολλούς έκ τών άλλων πόλεων άπολειφθέντας, αίτιωμένονς την άτραπόν Μή μωροί, έφασαν, έάν και ημείς εις το μέλλον ούκ έρχόμεθα;
29. Οι Κυμαίοι πήραν μέρος σε μια ψηφοφορία και ανακάλυψαν ότι πολλοί ψηφοφόροι από άλλες πόλεις δεν είχαν έρθει, με επιχείρημα τη μεγάλη απόσταση, «θα ' μαστε μήπως ανόητοι», είπαν, «αν δεν έρθουμε κι εμείς στο μέλλον;»

30. Κυμαίος ίατρός τετρωμένην κεφαλήν τέμνων ύπτιον θείς τον πάσχοντα ύδωρ εις το στόμα ένέβαλεν, ίνα ίδη, πότε διά του χειρουργηθέντος έκρεύσει.
30. Ένας Κυμαίος γιατρός που χειρουργούσε ένα τραυματισμένο κεφάλι τοποθέτησε τον τραυματία ανάσκελα και του έβαλε νερό στο στόμα για να δει πότε αυτό θα χυθεί απ' το χειρουργημένο μέρος.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 
 
 
 

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΟΥΣ ΑΝΔΡΟΝΙΑΝΟΥΣ

Μία από τις κυριότερες και μεγαλύτερες Θεομητορικές εορτές του έτους είναι  τα «Εισόδια της Θεοτόκου» που η  Εκκλησία μας  τιμά στις 21 Νοεμβρίου, με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Το όνομα της Παναγίας, συνοδεύεται από ένα μεγάλο αριθμό προσωνυμιών που της έχουν αποδοθεί. Έτσι κατά τη γιορτή των Εισοδίων ο λαός έχει δώσει το προσωνύμιο «Μεσοσπορίτισσα», επειδή η 21η Νοεμβρίου βρίσκεται περίπου στη μέση της σποράς. Σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, τη μέρα αυτή βράζουν διάφορα δημητριακά και όσπρια και τα πηγαίνουν στην Εκκλησία να ευλογηθούν.
Με λαμπρότητα τιμήθηκε στο χωριό μας η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Το απόγευμα της Κυριακής τελέσθηκε Πανηγυρικός Εσπερινός. Με κατάνυξη και αυστηρό Βυζαντινό ύφος τους ύμνους έψαλλε ο ιερέας του Αγίου Αθανασίου Κύμης π. Απόστολος, άριστος γνώστης της Βυζαντινής μουσικής.
Το πρωί της Δευτέρας τελέσθηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Καρυστίας και Σκύρου κ. Σεραφείμ. Τον θείο λόγο κήρυξε ο Δεσπότης μας, ο οποίος αναφέρθηκε στη σημασία και το νόημα της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Μετά τη Θεία Λειτουργία, προσφέρθηκε καφέ στο καφενείο «του Κρινή».  Στο Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Καρυστίας και Σκύρου και στους ιερείς παρατέθηκε γεύμα στην Ταβέρνα του Μπαρούμη.
Ευχόμαστε η Παναγία να είναι προστάτης όλων μας και του χρόνου να είμαστε καλά να ξαναβρεθούμε στη Χάρη της.
Περισσότερες φωτογραφίες και video από τον Εσπερινό και τη Θεία Λειτουργία μπορείται να δείτε στην Ιστοσελίδα του συγχωριανού μας Κώστα Κατσού http://andronianoi.ucoz.com/